Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ökonom
01
οικονομολόγος, ειδικός στην οικονομία
eine Fachperson, die sich mit der Wirtschaft und den wirtschaftlichen Zusammenhängen beschäftigt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Ökonomen
αρσενικό ενικό
Ökonom
θηλυκό ενικό
Ökonomin
neutral form
Wirtschaftswissenschaftler
γενική πτώση
Ökonomen
Παραδείγματα
Der Ökonom analysiert die Markttrends.
Ο οικονομολόγος αναλύει τις τάσεις της αγοράς.
LanGeek



























