der Ökonom
Pronunciation
/ˌøːkoːnˈoːm/

Ορισμός και σημασία του "ökonom"στα γερμανικά

Der Ökonom
[gender: masculine]
01

οικονομολόγος, ειδικός στην οικονομία

eine Fachperson, die sich mit der Wirtschaft und den wirtschaftlichen Zusammenhängen beschäftigt
der Ökonom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ökonomen
πληθυντικός τύπος
Ökonomen
Παραδείγματα
Der Ökonom berät die Regierung in wirtschaftlichen Fragen.
Ο οικονομολόγος συμβουλεύει την κυβέρνηση σε οικονομικά ζητήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store