das Zündholz
Pronunciation
/ˈʦʏntˌhɔlʦ/

Ορισμός και σημασία του "zündholz"στα γερμανικά

01

σπίρτο, αντικρίστρι

Ein kleines Holzstäbchen, das man anzündet, um Feuer zu machen
das Zündholz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Zündholz(e)s
πληθυντικός τύπος
Zündhölzer
Παραδείγματα
Die Zündhölzer liegen auf dem Tisch.
Τα σπίρτα είναι στο τραπέζι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store