Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Zündholz
01
σπίρτο, αντικρίστρι
Ein kleines Holzstäbchen, das man anzündet, um Feuer zu machen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Zündholz(e)s
πληθυντικός τύπος
Zündhölzer
Παραδείγματα
Die Zündhölzer liegen auf dem Tisch.
Τα σπίρτα είναι στο τραπέζι.



























