das zündholz
zünd
ˈtsʏnt
tsunt
holz
hɔlts
hawlts

Ορισμός και σημασία του "zündholz"στα γερμανικά

01

σπίρτο, αντικρίστρι

Ein kleines Holzstäbchen, das man anzündet, um Feuer zu machen 
das Zündholz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Zündhölzer
γενική πτώση
Zündholz(e)s
Παραδείγματα
Ich brauche ein Zündholz, um die Kerze anzuzünden. 

Χρειάζομαι ένα σπίρτο για να ανάψω το κερί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store