zügeln
zügeln
tsy:gln
tsygln

Ορισμός και σημασία του "zügeln"στα γερμανικά

zügeln
01

συγκρατώ, ελέγχω

Ein Pferd durch Zügel lenken oder kontrollieren 
zügeln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
zügle
γ΄ ενικό πρόσωπο
zügelt
ενεστώτα μετοχή
zügelnd
απλός αόριστος
zügelte
παθητική μετοχή
gezügelt
Παραδείγματα
Der Reiter zügelte das Pferd sanft, als es schneller werden wollte. 

Ο αναβάτης κράτησε απαλά το άλογο όταν προσπάθησε να επιταχύνει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store