Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zügeln
01
συγκρατώ, ελέγχω
Ein Pferd durch Zügel lenken oder kontrollieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
zügle
γ΄ ενικό πρόσωπο
zügelt
ενεστώτα μετοχή
zügelnd
απλός αόριστος
zügelte
παθητική μετοχή
gezügelt
Παραδείγματα
Der Reiter zügelte das Pferd sanft, als es schneller werden wollte.
Ο αναβάτης κράτησε απαλά το άλογο όταν προσπάθησε να επιταχύνει.



























