das zäpfchen
zäpf
ˈtsɛpf
τσεπφ
chen
çən
χαν

Ορισμός και σημασία του "zäpfchen"στα γερμανικά

01

υποθετό, σωληνάριο

Eine kleine, kegelförmige Arzneiform zur Einführung in den After oder die Scheide 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Zäpfchen
γενική πτώση
Zäpfchens
Παραδείγματα
Bei Fieber gibt die Mutter dem Kind ein Zäpfchen. 

Σε περίπτωση πυρετού, η μητέρα δίνει στο παιδί ένα υποθετικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store