Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zynisch
01
κυνικός, σαρκαστικός
Motive anderer misstrauisch sehen und oft spöttisch oder bissig reagieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am zynischsten
συγκριτικός βαθμός
zynischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist zynisch und glaubt nicht an die Ehrlichkeit der Politiker.
Είναι κυνικός και δεν πιστεύει στην ειλικρίνεια των πολιτικών.



























