zwingen
Pronunciation
/ˈʦvɪŋən/

Ορισμός και σημασία του "zwingen"στα γερμανικά

zwingen
01

αναγκάζω, επιβάλλω

Jemanden mit Druck oder Zwang zu etwas veranlassen
zwingen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zwinge
γ΄ ενικό πρόσωπο
zwingt
ενεστώτα μετοχή
zwingend
απλός αόριστος
zwang
παθητική μετοχή
gezwungen
Παραδείγματα
Er fühlte sich gezwungen, die Wahrheit zu sagen.
Αισθάνθηκε αναγκασμένος να πει την αλήθεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store