Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zwingen
01
αναγκάζω, επιβάλλω
Jemanden mit Druck oder Zwang zu etwas veranlassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zwinge
γ΄ ενικό πρόσωπο
zwingt
ενεστώτα μετοχή
zwingend
απλός αόριστος
zwang
παθητική μετοχή
gezwungen
Παραδείγματα
Er fühlte sich gezwungen, die Wahrheit zu sagen.
Αισθάνθηκε αναγκασμένος να πει την αλήθεια.



























