Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zuverlässig
01
αξιόπιστος, ασφαλής
Die Fähigkeit zu haben, zuverlässig und pünktlich etwas gut zu erledigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am zuverlässigsten
συγκριτικός βαθμός
zuverlässiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Lieferung war pünktlich und zuverlässig.
Η παράδοση ήταν έγκαιρη και αξιόπιστη.



























