Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zustehen
01
έχω δικαίωμα σε, αποκτώ
Ein Recht oder Anspruch auf etwas haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
stehen
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
stehe zu
γ΄ ενικό πρόσωπο
steht zu
ενεστώτα μετοχή
zustehend
απλός αόριστος
stand zu
παθητική μετοχή
zugestanden
Παραδείγματα
Die Entschädigung steht den Opfern gesetzlich zu.
Η αποζημίωση αποκτάται νόμιμα από τα θύματα.



























