Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Zustand
01
κατάσταση, συνθήκη
Die aktuelle Beschaffenheit oder Verfassung einer Person, Sache oder Situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Zustände
γενική πτώση
Zustand(e)s
Παραδείγματα
Der Zustand des Patienten hat sich verbessert.
Η κατάσταση του ασθενούς έχει βελτιωθεί.
LanGeek



























