Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Zustand
01
κατάσταση, συνθήκη
Die aktuelle Beschaffenheit oder Verfassung einer Person, Sache oder Situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Zustand(e)s
πληθυντικός τύπος
Zustände
Παραδείγματα
Der Zustand der Straßen ist katastrophal.
Η κατάσταση των δρόμων είναι καταστροφική.



























