der Zuschlag
Pronunciation
/ˈʦuːˌʃlaːk/

Ορισμός και σημασία του "zuschlag"στα γερμανικά

01

επιβάρυνση, συμπλήρωμα

Ein zusätzlicher Geldbetrag, der zu einem Preis oder Lohn hinzugefügt wird
der Zuschlag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Zuschlag(e)s
πληθυντικός τύπος
Zuschläge
Παραδείγματα
Der Zuschlag macht den Preis teurer.
Η επιβάρυνση κάνει την τιμή πιο ακριβή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store