Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zurechtkommen
01
αντιμετωπίζω, διαχειρίζομαι
Mit jemandem oder etwas ohne große Schwierigkeiten klarkommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
zurecht
βασικό ρήμα
kommen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
komme zurecht
γ΄ ενικό πρόσωπο
kommt zurecht
ενεστώτα μετοχή
zurechtkommend
απλός αόριστος
kam zurecht
παθητική μετοχή
zurechtgekommen
Παραδείγματα
Wir kommen mit dem Stress im Büro gut zurecht.
Αντιμετωπίζουμε καλά το άγχος στο γραφείο.



























