zurechtkommen
zurechtkommen
t͡su:ʁɛçtkɔmən
tsoorechtkawmēn

Ορισμός και σημασία του "zurechtkommen"στα γερμανικά

zurechtkommen
01

αντιμετωπίζω, διαχειρίζομαι

Mit jemandem oder etwas ohne große Schwierigkeiten klarkommen 
zurechtkommen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
zurecht
βασικό ρήμα
kommen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
komme zurecht
γ΄ ενικό πρόσωπο
kommt zurecht
ενεστώτα μετοχή
zurechtkommend
απλός αόριστος
kam zurecht
παθητική μετοχή
zurechtgekommen
Παραδείγματα
Ich komme gut mit meinen Kollegen zurecht. 

Τα πάω καλά με τους συναδέλφους μου γιατί μπορώ να αντιμετωπίσω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store