Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zuordnen
01
αναθέτω, αποδίδω
Etwas oder jemanden mit etwas Passendem verbinden oder in Beziehung setzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
ordnen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ordne zu
γ΄ ενικό πρόσωπο
ordnet zu
ενεστώτα μετοχή
zuordnend
απλός αόριστος
ordnete zu
παθητική μετοχή
zugeordnet
Παραδείγματα
Die Lehrerin hat die Kinder den Gruppen zugeordnet.
Η δασκάλα ανέθεσε τα παιδιά στις ομάδες.



























