zumachen
Pronunciation
/ˈtsuːmaxən/

Ορισμός και σημασία του "zumachen"στα γερμανικά

zumachen
01

κλείνω, κλειδώνω

Nicht mehr geöffnet sein
zumachen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
machen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
mache zu
γ΄ ενικό πρόσωπο
macht zu
ενεστώτα μετοχή
zumachend
απλός αόριστος
machte zu
παθητική μετοχή
zugemacht
Παραδείγματα
Macht bitte die Tür zu!
Κλείστε την πόρτα, παρακαλώ!
02

κλείνω, καλύπτω

Etwas schließen, das geöffnet war
zumachen definition and meaning
Παραδείγματα
Sie machte ihre Tasche schnell zu.
Έκλεισε γρήγορα την τσάντα της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store