Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zumachen
01
κλείνω, κλειδώνω
Nicht mehr geöffnet sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
machen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
mache zu
γ΄ ενικό πρόσωπο
macht zu
ενεστώτα μετοχή
zumachend
απλός αόριστος
machte zu
παθητική μετοχή
zugemacht
Παραδείγματα
Macht bitte die Tür zu!
Κλείστε την πόρτα, παρακαλώ!
02
κλείνω, καλύπτω
Etwas schließen, das geöffnet war
Παραδείγματα
Sie machte ihre Tasche schnell zu.
Έκλεισε γρήγορα την τσάντα της.



























