Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zuletzt
01
τελικά, τελευταία
Am Ende einer Reihenfolge
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Er kam zuletzt zur Party.
Έφτασε τελευταίος στο πάρτι.
02
την τελευταία φορά, τελικά
Beim letzten Mal
Παραδείγματα
Wann hast du ihn zuletzt gesehen?
Πότε τον είδες τελευταία φορά ;



























