zuletzt
zu
ˈtsu:
tsoo
letzt
lɛtst
letst
besetztvernetztjetzt

Ορισμός και σημασία του "zuletzt"στα γερμανικά

01

τελικά, τελευταία

Am Ende einer Reihenfolge 
zuletzt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Er kam zuletzt zur Party. 

Έφτασε τελευταίος στο πάρτι.

02

την τελευταία φορά, τελικά

Beim letzten Mal 
Παραδείγματα
Wann hast du ihn zuletzt gesehen? 

Πότε τον είδες τελευταία φορά ;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store