die zukunft
zu
ˈtsu:
tsoo
kunft
kʊnft
koonft

Ορισμός και σημασία του "zukunft"στα γερμανικά

01

μέλλον, εξέλιξη

Die Zeit, die noch kommt und in der etwas geschehen wird 
die Zukunft definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Zukünfte
γενική πτώση
Zukunft
Παραδείγματα
In der Zukunft werden Autos elektrisch fahren. 

Στο μέλλον, τα αυτοκίνητα θα είναι ηλεκτρικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store