Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zugeben
01
παραδέχομαι, ομολογώ
Etwas wahrheitsgemäß bestätigen oder einräumen, oft widerwillig
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gebe zu
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibt zu
ενεστώτα μετοχή
zugebend
απλός αόριστος
gab zu
παθητική μετοχή
zugegeben
Παραδείγματα
Willst du nicht wenigstens zugeben, dass du gelogen hast?
Δεν θέλεις τουλάχιστον να παραδεχτείς ότι είπες ψέματα;



























