zugeben
Pronunciation
/ɡeːbən/

Ορισμός και σημασία του "zugeben"στα γερμανικά

zugeben
01

παραδέχομαι, ομολογώ

Etwas wahrheitsgemäß bestätigen oder einräumen, oft widerwillig
zugeben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gebe zu
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibt zu
ενεστώτα μετοχή
zugebend
απλός αόριστος
gab zu
παθητική μετοχή
zugegeben
Παραδείγματα
Willst du nicht wenigstens zugeben, dass du gelogen hast?
Δεν θέλεις τουλάχιστον να παραδεχτείς ότι είπες ψέματα;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store