Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zugeben
01
παραδέχομαι, ομολογώ
Etwas wahrheitsgemäß bestätigen oder einräumen, oft widerwillig
Παραδείγματα
Willst du nicht wenigstens zugeben, dass du gelogen hast?
Δεν θέλεις τουλάχιστον να παραδεχτείς ότι είπες ψέματα;


























