Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zufügen
01
προκαλώ, επιφέρω
Jemandem Schaden, Schmerzen oder Leid antun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
fügen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zufüge
γ΄ ενικό πρόσωπο
zufügt
ενεστώτα μετοχή
zufügend
απλός αόριστος
fügte zu
παθητική μετοχή
zugefügt
Παραδείγματα
Die falsche Behandlung fügte dem Patienten Leid zu.
Η λανθασμένη θεραπεία προκάλεσε ταλαιπωρία στον ασθενή.
02
προσθέτω, συνάπτω
Etwas hinzufügen oder beilegen
Παραδείγματα
Der Autor fügte dem Buch ein neues Kapitel zu.
Ο συγγραφέας πρόσθεσε ένα νέο κεφάλαιο στο βιβλίο.



























