Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Zorn
01
θυμός, οργή
ein starkes Gefühl von Ärger oder Wut
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Zorn(e)s
Παραδείγματα
Der Zorn der Bevölkerung wuchs angesichts der politischen Entscheidungen.
Η οργή του πληθυσμού αυξήθηκε μπροστά στις πολιτικές αποφάσεις.



























