der zoo
zoo
tso:
τσο
zu

Ορισμός και σημασία του "zoo"στα γερμανικά

01

ζωολογικός κήπος, ζωολογικό πάρκο

Ein Ort, an dem Tiere gehalten und gezeigt werden 
der Zoo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Zoos
γενική πτώση
Zoos
Παραδείγματα
Wir besuchen am Wochenende den Zoo. 

Επισκεπτόμαστε το ζωολογικό κήπο το σαββατοκύριακο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store