Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zittern
01
τρέμω, ταρακουνιέμαι
Schnelle, kleine Bewegungen des Körpers oder von Gegenständen aufgrund von Kälte, Angst, Schwäche oder Vibration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zittere
γ΄ ενικό πρόσωπο
zittert
ενεστώτα μετοχή
zitternd
απλός αόριστος
zitterte
παθητική μετοχή
gezittert
Παραδείγματα
Die Fenster zitterten, als der Lkw vorbeifuhr.
Τα παράθυρα τρεμόπαιζαν όταν περνούσε το φορτηγό.



























