Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zerreißen
01
σκίζω, σκίζω σε κομμάτια
Etwas mit Gewalt in Stücke reißen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
zer
βασικό ρήμα
reißen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zerreiße
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerreißt
ενεστώτα μετοχή
zerreißend
απλός αόριστος
zerriss
παθητική μετοχή
zerrissen
Παραδείγματα
Sie zerriss die Eintrittskarte aus Enttäuschung.
Αυτή σκίστηκε το εισιτήριο εισόδου από απογοήτευση.



























