Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zerreden
01
υπερβολική ανάλυση, συζήτηση μέχρι απώλειας σημασίας
Ein Thema durch zu langes oder unnötiges Reden trivialisieren oder seine Bedeutung verlieren lassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zerrede
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerredet
ενεστώτα μετοχή
zerredend
απλός αόριστος
zerredete
παθητική μετοχή
zerredet
Παραδείγματα
Lass uns das Problem nicht zerreden – handeln wir lieber!
Ας μην συζητάμε υπερβολικά το πρόβλημα – ας δράσουμε αντίθετα!



























