zerlegen
zerlegen
tse:ɐ̯le:gən
tselegēn

Ορισμός και σημασία του "zerlegen"στα γερμανικά

zerlegen
01

αποσυναρμολογώ, αποσυνθέτω

Etwas in Einzelteile auseinandernehmen 
zerlegen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
zer
βασικό ρήμα
legen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zerlege
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerlegt
ενεστώτα μετοχή
zerlegend
απλός αόριστος
zerlegte
παθητική μετοχή
zerlegt
Παραδείγματα
Er zerlegte das Motorrad, um es zu reparieren. 

Αποσυναρμολόγησε τη μοτοσυκλέτα για να την επισκευάσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store