Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zerlegen
01
αποσυναρμολογώ, αποσυνθέτω
Etwas in Einzelteile auseinandernehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
zer
βασικό ρήμα
legen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zerlege
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerlegt
ενεστώτα μετοχή
zerlegend
απλός αόριστος
zerlegte
παθητική μετοχή
zerlegt
Παραδείγματα
Er zerlegte das Motorrad, um es zu reparieren.
Αποσυναρμολόγησε τη μοτοσυκλέτα για να την επισκευάσει.



























