zerlegen
Pronunciation
/ˌt͡sɛɐ̯ˈleːɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "zerlegen"στα γερμανικά

zerlegen
01

αποσυναρμολογώ, αποσυνθέτω

Etwas in Einzelteile auseinandernehmen
zerlegen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
zer
βασικό ρήμα
legen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zerlege
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerlegt
ενεστώτα μετοχή
zerlegend
απλός αόριστος
zerlegte
παθητική μετοχή
zerlegt
Παραδείγματα
Dieses Modellschiff kann man leicht zerlegen und wieder aufbauen.
Αυτό το μοντέλο πλοίου μπορεί εύκολα να αποσυναρμολογηθεί και να συναρμολογηθεί ξανά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store