Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zerfließen
01
λιώνω, υγροποιούμαι
Flüssig werden und sich ausbreiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
zer
βασικό ρήμα
fließen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zerfließe
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerfließt
ενεστώτα μετοχή
zerfließend
απλός αόριστος
zerfloss
παθητική μετοχή
zerflossen
Παραδείγματα
Der Schneemann zerfloss zu Wasser.
Ο χιονάνθρωπος λιώθηκε σε νερό.



























