zerfließen
zerfließen
t͡sɛɐ̯fli:sən
tseflisēn

Ορισμός και σημασία του "zerfließen"στα γερμανικά

zerfließen
01

λιώνω, υγροποιούμαι

Flüssig werden und sich ausbreiten 
zerfließen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
zer
βασικό ρήμα
fließen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zerfließe
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerfließt
ενεστώτα μετοχή
zerfließend
απλός αόριστος
zerfloss
παθητική μετοχή
zerflossen
Παραδείγματα
Die Schokolade zerfloss in der Sonne. 

Η σοκολάτα λιώσει στον ήλιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store