Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zerdrücken
01
συντρίβω, θρυμματίζω
Etwas durch Druck kaputt machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
zer
βασικό ρήμα
drücken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zerdrücke
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerdrückt
ενεστώτα μετοχή
zerdrückend
απλός αόριστος
zerdrückte
παθητική μετοχή
zerdrückt
Παραδείγματα
Die Blumen wurden im Rucksack zerdrückt.
Τα λουλούδια συντρίφθηκαν στο σακίδιο.



























