Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Zelle
01
κύτταρο, κύτταρο
Die kleinste Einheit eines Lebewesens
Παραδείγματα
Der menschliche Körper besteht aus vielen Zellen.
Το ανθρώπινο σώμα αποτελείται από πολλά κύτταρα.
02
κελί, φυλακή
ein kleiner, abgeschlossener Raum, in dem eine Person lebt oder untergebracht ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Zelle
πληθυντικός τύπος
Zellen
Παραδείγματα
Der Gefangene saß in einer kleinen Zelle.
Ο κρατούμενος καθόταν σε ένα μικρό κελί.
03
τηλεφωνικός θάλαμος, δημόσιο τηλέφωνο
eine geschlossene Kabine mit einem öffentlichen Telefon
Παραδείγματα
Er rief aus einer Telefonzelle an.
Τηλεφώνησε από έναν τηλεφωνικό θάλαμο.
04
στοιχείο, κυψέλη
eine Einheit, die elektrische Energie erzeugt oder speichert
Παραδείγματα
Die Batterie besteht aus mehreren Zellen.
Η μπαταρία αποτελείται από πολλά κελιά.



























