Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zelebrieren
01
γιορτάζω, εορτάζω
Etwas bewusst und oft mit besonderen Ritualen oder großer Freude feiern oder durchführen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zelebriere
γ΄ ενικό πρόσωπο
zelebriert
ενεστώτα μετοχή
zelebrierend
απλός αόριστος
zelebrierte
παθητική μετοχή
zelebriert
Παραδείγματα
Er zelebriert jeden Sonnenaufgang am Meer.
Αυτός γιορτάζει κάθε ανατολή του ηλίου στη θάλασσα.



























