Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zeigen
01
δείχνω
Etwas sichtbar machen oder auf etwas hinweisen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zeige
γ΄ ενικό πρόσωπο
zeigt
ενεστώτα μετοχή
zeigend
απλός αόριστος
zeigte
παθητική μετοχή
gezeigt
Παραδείγματα
Er zeigt ihr das neue Buch.
Αυτός δείχνει το νέο βιβλίο σε αυτήν.
02
δείχνω, υποδεικνύω
Mit dem Finger oder der Hand auf etwas hinweisen
Παραδείγματα
Er zeigt nach rechts.
Αυτός δείχνει προς τα δεξιά.
03
εμφανίζομαι
Sich sichtbar machen oder auftreten
Παραδείγματα
Er zeigte sich am Fenster.
Εμφανίστηκε στο παράθυρο.



























