Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zeigen
01
δείχνω
Etwas sichtbar machen oder auf etwas hinweisen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zeige
γ΄ ενικό πρόσωπο
zeigt
ενεστώτα μετοχή
zeigend
απλός αόριστος
zeigte
παθητική μετοχή
gezeigt
Παραδείγματα
Zeig mir bitte deine Zeichnung!
Παρακαλώ, δείξε μου το σχέδιό σου!
02
δείχνω, υποδεικνύω
Mit dem Finger oder der Hand auf etwas hinweisen
Παραδείγματα
Die Kinder zeigen auf die Tafel.
Τα παιδιά δείχνουν τον πίνακα.
03
εμφανίζομαι
Sich sichtbar machen oder auftreten
Παραδείγματα
Sie zeigt sich mit ihrem neuen Freund.
Αυτή εμφανίζεται με το νέο της φίλο.



























