Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Zauber
01
μαγεία, γοητεία
Eine übernatürliche Kraft, die Dinge bewirkt, die gegen die Naturgesetze verstoßen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Zaubers
πληθυντικός τύπος
Zauber
Παραδείγματα
Der Zauber des alten Schlosses faszinierte sie.
Η μαγεία του παλιού κάστρου την γοήτευε.



























