Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Zahnschmerzen
[gender: plural]
01
πονοδόντι, πόνος στα δόντια
Schmerzen, die im Zahn oder Zahnfleisch auftreten
Παραδείγματα
Bei Zahnschmerzen hilft oft eine Schmerztablette.
Ο πονόδοντος συχνά ανακουφίζεται με ένα παυσίπονο.


























