Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Zange
01
πένσα, τσιμπίδα
Ein Werkzeug mit zwei Griffen und Backen zum Greifen, Biegen oder Schneiden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Zange
πληθυντικός τύπος
Zangen
Παραδείγματα
Diese Zange ist sehr scharf und stark.
Αυτή η πένσα είναι πολύ κοφτερή και δυνατή.
02
Werkzeug zum Greifen oder Halten von Gegenständen, oft in der Küche
Παραδείγματα
Die Zange ist praktisch, um heiße Lebensmittel zu fassen.



























