die zahnbürste
zahnbürste
tsa:nbʏʁstə
tsanburstē

Ορισμός και σημασία του "zahnbürste"στα γερμανικά

Die Zahnbürste
01

οδοντόβουρτσα, βούρτσα για τα δόντια

Ein kleines Werkzeug mit Borsten zum Reinigen der Zähne 
die Zahnbürste definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Zahnbürsten
γενική πτώση
Zahnbürste
Παραδείγματα
Ich putze meine Zähne mit der Zahnbürste. 

Βουρτσίζω τα δόντια μου με την οδοντόβουρτσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store