Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zahlen
01
πληρώνω
Geld für eine Ware oder Dienstleistung geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zahle
γ΄ ενικό πρόσωπο
zahlt
ενεστώτα μετοχή
zahlend
απλός αόριστος
zahlte
παθητική μετοχή
gezahlt
Παραδείγματα
Wann muss die Rechnung gezahlt werden?



























