Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Wühltisch
01
τραπέζι προσφορών, τραπέζι με φθηνά αγαθά
Ein Tisch in Geschäften, auf dem reduzierte oder ausrangierte Waren ungeordnet ausgelegt werden, damit Kunden darin stöbern können
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Wühltische
γενική πτώση
Wühltisch(e)s
Παραδείγματα
Vor dem Geschäft stand ein Wühltisch mit Sommerkleidung.
Ένας τραπέζι με προσφορές με καλοκαιρινά ρούχα στεκόταν μπροστά από το κατάστημα.
LanGeek



























