Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
würdevoll
01
αξιοπρεπής, σεβαστός
Mit Respekt, Ernst und Anstand auftretend oder wirkend
Παραδείγματα
Der Präsident begrüßte seine Gäste auf eine würdige Art.
Ο πρόεδρος υποδέχτηκε τους καλεσμένους του με αξιοπρεπή τρόπο.


























