würdevoll
würdevoll
vʏʁdəfɔl
vurdēfawl

Ορισμός και σημασία του "würdevoll"στα γερμανικά

würdevoll
01

αξιοπρεπής, σεβαστός

Mit Respekt, Ernst und Anstand auftretend oder wirkend 
würdevoll definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am würdevollsten
συγκριτικός βαθμός
würdevoller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie hielt eine würdige Rede bei der Trauerfeier. 

Έκανε έναν αξιοπρεπή λόγο στην κηδεία.

Λεξικό Δέντρο

würdevoll

würde

+

voll

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store