Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
würdevoll
01
αξιοπρεπής, σεβαστός
Mit Respekt, Ernst und Anstand auftretend oder wirkend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am würdevollsten
συγκριτικός βαθμός
würdevoller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie hielt eine würdige Rede bei der Trauerfeier.
Έκανε έναν αξιοπρεπή λόγο στην κηδεία.
Λεξικό Δέντρο
würdevoll
würde
voll



























