Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Wunsch
01
επιθυμία, πόθος
Etwas, das man gern haben oder erreichen möchte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Wünsche
γενική πτώση
Wunsch(e)s
Παραδείγματα
Ich habe einen großen Wunsch.
Έχω μια μεγάλη επιθυμία.
LanGeek



























