Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wundern
[past form: wunderte]
01
εκπλήσσομαι
Über etwas überrascht oder erstaunt sein
Παραδείγματα
Wundert ihr euch nicht über die hohen Preise?
Δεν εκπλήσσεστε από τις υψηλές τιμές;
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εκπλήσσομαι