Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wundern
[past form: wunderte]
01
εκπλήσσομαι
Über etwas überrascht oder erstaunt sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wundere
γ΄ ενικό πρόσωπο
wundert
ενεστώτα μετοχή
wundernd
απλός αόριστος
wunderte
παθητική μετοχή
gewundert
Παραδείγματα
Wundert ihr euch nicht über die hohen Preise?
Δεν εκπλήσσεστε από τις υψηλές τιμές;



























