Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wundern
01
εκπλήσσομαι
Über etwas überrascht oder erstaunt sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wundere
γ΄ ενικό πρόσωπο
wundert
ενεστώτα μετοχή
wundernd
απλός αόριστος
wunderte
παθητική μετοχή
gewundert
Παραδείγματα
Ich wundere mich über seinen plötzlichen Besuch.
Θαυμάζω την ξαφνική επίσκεψή του.



























