das wunder
wunder
vʊndɐ
voond

Ορισμός και σημασία του "wunder"στα γερμανικά

01

θαύμα, τέρας

Ein unerklärliches oder überraschendes Ereignis, das die Naturgesetze zu übersteigen scheint 
das Wunder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Wunder
γενική πτώση
Wunders
Παραδείγματα
Die Geburt des Kindes war ein wahres Wunder. 

Η γέννηση του παιδιού ήταν ένα πραγματικό θαύμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store