Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Wortschatz
[gender: masculine]
01
λεξιλόγιο, λεξιπλασία
Alle Wörter, die man kennt oder benutzt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Wortschatzes
πληθυντικός τύπος
Wortschätze
Παραδείγματα
Ein guter Wortschatz ist wichtig beim Lernen.
Το λεξιλόγιο είναι σημαντικό κατά τη μάθηση.



























