witzig
Pronunciation
/ˈvɪʦɪç/

Ορισμός και σημασία του "witzig"στα γερμανικά

01

αστείος, διασκεδαστικός

Etwas oder jemand, das/die zum Lachen anregt oder humorvoll ist
witzig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am witzigsten
συγκριτικός βαθμός
witziger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Seine witzigen Kommentare lockerten die Stimmung auf.
Τα ευφυή σχόλιά του ξέθωψαν την ατμόσφαιρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store