das wildtier
wildtier
vɪlti:ɐ
vilti
wilderer

Ορισμός και σημασία του "wildtier"στα γερμανικά

01

άγριο ζώο, θηρίο

Ein Tier, das in der Natur lebt und nicht domestiziert ist 
das Wildtier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Wildtiere
γενική πτώση
Wildtier(e)s
Παραδείγματα
Das Wildtier lebt tief im Wald. 

Το άγριο ζώο ζει βαθιά στο δάσος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store