wiederkehren
wiederkehren
vi:dɐke:ʁən
vidkerēn

Ορισμός και σημασία του "wiederkehren"στα γερμανικά

wiederkehren
01

επιστρέφω, επαναεμφανίζομαι

Zurückkommen oder erneut auftreten 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
wieder
βασικό ρήμα
kehren
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
wiederkehre
γ΄ ενικό πρόσωπο
wiederkehrt
ενεστώτα μετοχή
wiederkehrend
απλός αόριστος
kehrte wieder
παθητική μετοχή
wiedergekehrt
Παραδείγματα
Das Problem könnte wiederkehren, wenn wir nichts unternehmen. 

Το πρόβλημα μπορεί να επανεμφανιστεί αν δεν κάνουμε τίποτα.

Λεξικό Δέντρο

wiederkehren

wieder

+

kehren

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store