wiederkehren
Pronunciation
/ˈviːdɐˌkeːʁən/

Ορισμός και σημασία του "wiederkehren"στα γερμανικά

wiederkehren
[past form: kehrte wieder]
01

επιστρέφω, επαναεμφανίζομαι

Zurückkommen oder erneut auftreten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
wieder
βασικό ρήμα
kehren
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
wiederkehre
γ΄ ενικό πρόσωπο
wiederkehrt
ενεστώτα μετοχή
wiederkehrend
απλός αόριστος
kehrte wieder
παθητική μετοχή
wiedergekehrt
Παραδείγματα
Alte Traditionen kehren langsam wieder in die Gesellschaft zurück.
Οι παλιές παραδόσεις επιστρέφουν αργά στην κοινωνία.

Λεξικό Δέντρο

wiederkehren

wieder

+

kehren

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store