Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
widmen
01
αφιερώνω τον εαυτό μου σε, αφιερώνομαι σε
Sich vollständig und mit Hingabe einer Person, Tätigkeit oder Sache zuwenden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
widme
γ΄ ενικό πρόσωπο
widmet
ενεστώτα μετοχή
widmend
απλός αόριστος
widmete
παθητική μετοχή
gewidmet
Παραδείγματα
Sie widmet sich ganz der Erziehung ihrer Kinder.
Αυτή αφιερώνεται πλήρως στην ανατροφή των παιδιών της.



























