widmen
wid
ˈvɪt
vit
men
mən
mēn

Ορισμός και σημασία του "widmen"στα γερμανικά

widmen
01

αφιερώνω τον εαυτό μου σε, αφιερώνομαι σε

Sich vollständig und mit Hingabe einer Person, Tätigkeit oder Sache zuwenden 
widmen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
widme
γ΄ ενικό πρόσωπο
widmet
ενεστώτα μετοχή
widmend
απλός αόριστος
widmete
παθητική μετοχή
gewidmet
Παραδείγματα
Sie widmet sich ganz der Erziehung ihrer Kinder. 

Αυτή αφιερώνεται πλήρως στην ανατροφή των παιδιών της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store