wetten
Pronunciation
/ˈvɛtn̩/

Ορισμός και σημασία του "wetten"στα γερμανικά

wetten
[past form: wettete]
01

στοιχηματίζω, ποντάρω

Einen Einsatz machen, weil man glaubt, dass etwas passieren wird
wetten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wette
γ΄ ενικό πρόσωπο
wettet
ενεστώτα μετοχή
wettend
απλός αόριστος
wettete
παθητική μετοχή
gewettet
Παραδείγματα
Er wettet oft auf Fußballspiele.
Συχνά στοιχηματίζει σε ποδοσφαιρικούς αγώνες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store