Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wetten
[past form: wettete]
01
στοιχηματίζω, ποντάρω
Einen Einsatz machen, weil man glaubt, dass etwas passieren wird
Παραδείγματα
Er wettet oft auf Fußballspiele.
Συχνά στοιχηματίζει σε ποδοσφαιρικούς αγώνες.


























