Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wetten
[past form: wettete]
01
στοιχηματίζω, ποντάρω
Einen Einsatz machen, weil man glaubt, dass etwas passieren wird
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wette
γ΄ ενικό πρόσωπο
wettet
ενεστώτα μετοχή
wettend
απλός αόριστος
wettete
παθητική μετοχή
gewettet
Παραδείγματα
Er wettet oft auf Fußballspiele.
Συχνά στοιχηματίζει σε ποδοσφαιρικούς αγώνες.



























