das wesen
wesen
ve:sn
vesn
wehenwessenweisenwegen

Ορισμός και σημασία του "wesen"στα γερμανικά

01

φύση, ουσία

Die grundlegende Natur oder das eigentliche Charakteristikum einer Person oder Sache 
das Wesen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Wesens
πληθυντικός τύπος
Wesen
Παραδείγματα
Das wahre Wesen der Demokratie ist Freiheit. 

Η πραγματική ουσία της δημοκρατίας είναι η ελευθερία.

02

φύση, χαρακτήρας

Die charakteristische Art und Weise, wie eine Person denkt, fühlt und sich verhält 
das Wesen definition and meaning
Παραδείγματα
Ihr fröhliches Wesen steckt alle an. 

Η χαρούμενη φύση της είναι μεταδοτική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store