Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wenigstens
01
τουλάχιστον, έστω
Verwendet, um auszudrücken, dass etwas das Mindeste ist, was zutrifft oder erwartet wird
Παραδείγματα
Sie hätte wenigstens anrufen können.
Θα μπορούσε τουλάχιστον να τηλεφωνήσει.


























