Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wenigstens
01
τουλάχιστον, έστω
Verwendet, um auszudrücken, dass etwas das Mindeste ist, was zutrifft oder erwartet wird
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Ich möchte wenigstens ein bisschen schlafen.
Θέλω να κοιμηθώ τουλάχιστον λίγο.



























