weitgehend
weitgehend
vaɪ̯tge:ənt
vaitgeēnt

Ορισμός και σημασία του "weitgehend"στα γερμανικά

weitgehend
01

σε μεγάλο βαθμό, ευρέως

In großem Umfang 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
άκλιτο
Παραδείγματα
Das Projekt ist weitgehend abgeschlossen. 

Το έργο είναι σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωμένο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store