weise
weise
vaɪ̯sə
vaisē
weiheweiteweißeweide

Ορισμός και σημασία του "weise"στα γερμανικά

01

σοφός, φρόνιμος

Von großer Erfahrung und Einsicht geprägt 
weise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am weisesten
συγκριτικός βαθμός
weiser
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Mensch, Verhalten, Wissen
Παραδείγματα
Der alte Mann gab weisen Rat. 

Ο γέρος έδωσε σοφή συμβουλή.

01

τρόπος, μέθοδος

Die Art und Form, wie etwas geschieht oder getan wird 
die Weise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Weisen
γενική πτώση
Weise
Παραδείγματα
Auf welche Weise soll ich das erklären? 

Με ποιον τρόπο πρέπει να το εξηγήσω ;

02

μελωδία, σύντομο τραγούδι

Eine kurze, volkstümliche Melodie 
Παραδείγματα
Er pfiff eine fröhliche Weise. 

Σφύριξε μια χαρούμενη μελωδία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store